Showing posts with label Delphi (Δελφοί). Show all posts
Showing posts with label Delphi (Δελφοί). Show all posts

Monday, September 2, 2024

Μια σύγχρονη Πυθία…

 

Διαβάζω τελευταία πολλά για την ανάδειξη των μνημείων της Στερεάς Ελλάδας, Ο αρχαιολογικός Χώρος των Δελφών,  Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ,κυριαρχεί στην συγκεκριμένη περιφέρεια

Άραγε πως θα είναι ο χώρος, ας πούμε μετά από 4 χρόνια όταν έστω και λίγα από τα σχέδια  και τις μελέτες θα έχουν γίνει πράξη ?

Το σωστό θα ήταν να ζητήσω χρησμό από το μαντείο αλλά ….  «Είπατε τω βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ου μαντίδα δάφνην, ου παγάν λαλεούσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ»

Είπα τότε, να απευθυνθώ στην τεχνολογία και εκεί τόσα λέγονται και γράφονται, δις δολάρια για την ερεύνα, στο ΑΙ..

Και η απάντηση στο ερώτημα είναι η ποιο κάτω φωτογραφία….




Please, click on Photo to Enlarge and see the real colors /Πατήστε πάνω στην εικόνα για να την δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος και με τα σωστά χρώματα


Sunday, August 25, 2024

Δελφοί, Πανσέληνος Αυγούστου /19-08-24/ ( Delphi, August Full Moon)


 Please, click on Photo to Enlarge and see the real colors /Πατήστε πάνω στην εικόνα για να την δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος και με τα σωστά χρώματα

Κάποιες φωτογραφίες είναι από την Μουσική εκδήλωση στην οικία Σικελιανού που διοργάνωσαν η Ένωση Ξενοδόχων Δελφών ο Δ.Δ. με την τοπική κοινότητα


Monday, February 26, 2018

Για τη θέα (Χριστίνα Καραντώνη)


Κάποτε κάστρο
Ερείπιο τώρα
Τι να αλώσεις
όλα ανοιχτά
Μπες για την θέα
Αν βέβαια αντέχεις
της αποσύνθεσης
την αποφορά

Χριστίνα Καραντώνη
Σε κλοιό σώματος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ

Please, click on Photo to Enlarge and see the real colors / Πατήστε πάνω στην εικόνα για να την δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος και με τα σωστά χρώματα

Friday, August 11, 2017

Αυτός ο καιρός......



Please, click on Photo to Enlarge and see the real colors / Πατήστε πάνω στην εικόνα για να την δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος και με τα σωστά χρώματα

Wednesday, April 19, 2017

To the Oracle at Delphi ( Lawrence Ferlinghetti )



 Great Oracle, why are you staring at me,
do I baffle you, do I make you despair?
I, Americus, the American,
wrought from the dark in my mother long ago,
from the dark of ancient Europa--
Why are you staring at me now
in the dusk of our civilization--
Why are you staring at me
as if I were America itself
the new Empire
vaster than any in ancient days
with its electronic highways
carrying its corporate monoculture
around the world
And English the Latin of our days--

Great Oracle, sleeping through the centuries, 
Awaken now at last
And tell us how to save us from ourselves
and how to survive our own rulers 
who would make a plutocracy of our democracy 
in the Great Divide
between the rich and the poor
in whom Walt Whitman heard America singing

O long-silent Sybil, 
you of the winged dreams, 
Speak out from your temple of light 
as the serious constellations 
with Greek names
still stare down on us 
as a lighthouse moves its megaphone 
over the sea
Speak out and shine upon us 
the sea-light of Greece 
the diamond light of Greece

Far-seeing Sybil, forever hidden, 
Come out of your cave at last 
And speak to us in the poet’s voice 
the voice of the fourth person singular 
the voice of the inscrutable future 
the voice of the people mixed
with a wild soft laughter--
And give us new dreams to dream, 
Give us new myths to live by!

Read at Delphi, Greece, on March 21, 2001 at the UNESCO World Poetry Day

Sunday, January 8, 2017

ΟΙ Πετρες των Δελφων (ΙΙ) / Jerome Rothenberg: An Oracle for Delphi



εδώ υπάρχει μια αιχμή σε πέτρα,

εδώ υπάρχει μια κραυγή με σκίζες που τρυπούν

το κόκαλο

η κλείδα

ν’ αντιδρά πονώντας

εδώ που ο πόνος είναι σχεδόν συμπαγής

έλκεται από αυτή την πέτρα

η φωνή στην πέτρα είναι γράμματα

σπασμένα σημάδια

οι μικροί άνθρωποι πελεκώντας

την γραφή στους τοίχους

θα χτίσουν έναν κόσμο στην πέτρα

όπου θα μπορούμε να ζούμε & να τον βρίσκουμε ωραίο & μοναχικό

το σημάδι των μεγάλων πολιτισμών

που όμως κάποτε θρυμματίστηκε σε σχήματα

γίνεται τόσο κυρίαρχο

σου κόβει την ανάσα

- αυτοί οι σπασμένοι κίονες

που τείνουν προς τον ουρανό στους δελφούς

όχι δομική τάξη απλώς

αρχιτεκτονική

αλλά η υπόσχεση μιας νέας ερημιάς

όπου οι πέτρες μιλούν, οι πέτρες γελούν

υπεράνω μαρτύρων

οι πέτρες πέφτουν καταγής, τις σπέρνουμε σε μια μεριά

& τις φυλάμε να μεγαλώνουν

σαν γίγαντες, σπασμένα σώματα του παρελθόντος μας

υπογραφές φτιαχτές

χαραγμένες από πολέμους που ποτέ δεν τελειώνουν

που αφήνουν ένα χάος πάντα

έναν παράδεισο από πέτρες



Jerome Rothenberg, An Oracle for Delphi




Wednesday, August 3, 2016

Νύχτα ηνίοχος (Βάσω Μπρατάκη)



Στη διχάλα της σιωπής

πνιγμένη επιθυμία φυγής

το τελευταίο σφύριγμα της αμαξοστοιχίας

που δεν έφτασε στο τέρμα.

Και μείναμε στην αποβάθρα

προσμένοντας

με τις βαλίτσες γεμάτες

τριμμένα πανωφόρια… τα όνειρά μας

τις νύχτες που η πόλη πουλιέται

σαν πόρνη πολυτελείας

σε σοκάκια σκοτεινά και άδεια,

ενώ οι ποιητές στων στίχων

τη σκακιέρα παίζουν την ψυχή τους,

με λόγια φιλήδονα και λάγνα

στον έρωτα ποιος θα κερδίσει.

Και η νύχτα, σαν άλλος ηνίοχος,

έχοντας τα μάτια κλειστά

με ένα κόκκινο της φωτιάς μαντίλι

στο χρώμα της καρδιάς

αιώνες τώρα κρατά τα ηνία,

κάτω από το φεγγάρι,

φυλακίζοντας το χλιμίντρισμα

που ξυπνά ο έρωτας.

Πηγή: http://www.palmografos.com/permalink/9861.html

Wednesday, June 15, 2016

«Ήταν θεός; Ήταν άνθρωπος; Πού να το ξέρεις…» (Μ. Λουντέμης για τον Α. Σικελιανό)



Το 1976, ο φίλος του Αγγέλου Σικελιανού , Μενέλαος Λουντέμης δημοσιεύει το βιβλίο Ο Εξάγγελος  (Α. Σικελιανός) από τις εκδόσεις Δωρικός .

 Πρόκειται για έργο αφιερωμένο στον ποιητή, μέρος της ζωής του οποίου παρακολουθεί ο Λουντέμης, περιγράφοντας παράλληλα στον αναγνώστη την κοινωνία μα και το λογοτεχνικό σινάφι της εποχής. Διόλου τυχαία ο Λουντέμης αποκαλεί «Εξάγγελο» τον Σικελιανό του υψιπετούς λυρισμού, αποδίδοντάς του την ιδιότητα του προσώπου που στην αρχαία τραγωδία ερχόταν να ανακοινώσει στους θεατές όσα (συνήθως φριχτά) είχαν συμβεί στα ενδότερα. Ήδη ο τίτλος του έργου αποκαλύπτει την άποψη του Λουντέμη για τον Σικελιανό που θεωρούσε πως επρόκειτο για πνευματικό άνθρωπο που είχε αναλάβει να διαφωτίζει το κοινωνικό σύνολο για όσα εκείνο δεν μπορούσε να δει – εικόνα που δεν απέχει από την πεποίθηση του ίδιου του ποιητή σχετικά με τον ρόλο του Ποιητή (με π κεφαλαίο) ως ηγέτη. Εξάλλου το ποιητικό του έργο, ως εκπροσώπου της ποιητικής γενιάς του 1910, είναι έργο της φιλοσοφικής αναζήτησης, επηρεασμένο από τον Νίτσε και την περί υπερανθρώπου θεωρία του.

Στη συνέχεια μπορείτε να διαβάσετε αποσπάσματα από τον Εξάγγελο, σε επιλογή της Νατάσσας Συλλιγνάκη, διαφωτιστικό για το δέος (μα και τον φθόνο) που προξενούσε στην εποχή του ο εισηγητής της Δελφικής Ιδέας (οι Δελφοί, ως το κέντρο σύνθεσης των αντιθέσεων των λαών) και των δελφικών γιορτών (από το ίδιο βιβλίο, και η περιγραφή της θρυλικής κηδείας του Παλαμά).

 [...]

Ήταν θεός; Ήταν άνθρωπος; Πού να το ξέρεις… Δεν έκανε κανένα θάμα.
Για άνθρωπος, ωστόσο, του ‘πεφτε κάπως λίγο. Δεν έκανε καμιάν ασκήμια.
 Ήταν Π ο ι η τ ή ς. Αυτό τα λέει όλα.
 Πάντως, για την σκιαγραφία του, δεν πρόκειται να δανειστώ ξένες γνώμες, ούτε ν’ ανατρέξω σε ξένα ερανίσματα. Ο Άγγελος Σικελιανός θα ζήσει μέσα σ’ αυτές τις σελίδες όσο έζησε και στη ζωή του. Μνήμη του είναι η μνήμη μου. Να γιατί με τόσον πόνο —και με τόσην ευλάβεια— αρχίζω τούτο το γραφτό. Όχι έργο, όχι βιογραφία, μα μια κατάθεση ψυχής, ένα ευλαβικό αφιέρωμα σ’ έναν που ήρθε σ’ εμάς περπατώντας πάνω απ’ τις κορφές, και κατόπι χάθηκε μες τους αστερισμούς των μεγάλων προγόνων του Στίχου.

Ο Άγγελος Σικελιανός δεν μπορούσε να γεννηθεί αλλού.

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να γεννηθούν οπουδήποτε χωρίς να ξαφνιάσουν κανέναν, ούτε και τους εαυτούς τους. Μα ο Σικελιανός ήταν τόσο ελληνόπρεπος, τόσο δωρικός, που κάθε άλλος χώρος θα τον παραμόρφωνε και θα τον ψεύτιζε. Υπάρχουν ακόμη και σήμερα άνθρωποι που, ενώ το ξέρουν θετικά πως γεννήθηκε στη Λευκάδα, επιμένουν πως γεννήθηκε στους Δελφούς. Και όχι μόνο γεννήθηκε, αλλά και π λ ά σ τ η κ ε.
Ποτέ, και γύρω από κανέναν ποιητή, δε δημιουργήθηκαν τόσοι θρύλοι, δεν ειπώθηκαν τόσοι μύθοι, και δε σκαρώθηκαν τόσα απίθανα ιστορήματα. Έτσι, δύσκολα κανείς μπορεί να βρει τα καθαρά ανθρώπινά του συστατικά.

Η Ελλάδα είχε κι έχει πολλούς και ποιητές και στιχουργούς. Τέτοιον λειτουργό όμως δεν είχε άλλον. Γιατί ο Σικελιανός δεν έγραφε, χάραζε. Δεν ήρθε να μας ευφράνει. Ήρθε να χρησμοδοτήσει. Να μας φέρει ένα άγγελμα —πότε φριχτό και πότε χαρμόσυνο— μα πάντα άγγελμα.
[…]

Ο Ποιητής μας ήταν πλατύστερνος και σα δημιουργός και σαν άντρας. Οι πίπες του, τα χαρτιά του, οι πένες του, τα ψηφία του, όλα ήταν μεγαλύτερα απ’ το κοινό μέτρο. Το ίδιο κι οι διασκελισμοί του κι οι χειρονομίες του.
[…]

Ο Σικελιανός δεν αντέγραψε, δε μιμήθηκε, δεν ξεσήκωσε κανέναν· ούτε σαν άνθρωπος, ούτε σαν ποιητής, ούτε σαν άντρας. Όλα του δόθηκαν έτοιμα κι από δυο μάλιστα μητέρες: απ’ τη Μούσα κι απ’ τη Φύση.

Υπήρχαν στην εποχή του πολλές φαρμακόγλωσσες, που διαδίδανε ότι ο Σικελιανός τότε που ‘γραφε δεν έλεγε ποτέ «γράφω», αλλά «ιερουργώ». Δεν είν’ αλήθεια. Προσωπικά δεν τον άκουσα ποτέ να προφέρει αυτή τη λέξη. «Δημιουργώ»… ναι, το είπε πολλές φορές, όπως δα κι όλοι μας.

Όμως τι να το κάνεις… Ο φθόνος είναι κι αυτός, συχνότατα, «ταλέντο».
Το ταλέντο κείνων που καταδικάστηκαν να πεθάνουν χωρίς ταλέντο. Και αυτοί οργιάζουν και —συχνά πυκνά— μεσουρανούν σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη, φτάνει να βρεθούν οι «νονοί», οι «ιμπρεσάριοι» και οι «Μαικήνες», που σε τόσην αφθονία υπάρχουν για όλες τις μετριότητες. Να… από κάτι τέτοια στόματα ξεκίνησαν τα διάφορα παραμύθια, που ο ίδιος όμως δεν έκανε τίποτα για να τα σταματήσει.

– Άσε, έλεγε. Να διασκεδάσω κι εγώ λιγάκι. Μόνο εκείνοι θα διασκεδάζουν;
– Κείνοι δεν διασκεδάζουν, του έλεγα. Υποφέρουν.
– Μπορούν ν’ αυτοθεραπευτούν.
– Αλίμονο. Δε θα το κάνουν. Αν είχαν ταλέντο, δε θα πληγώνονταν. Έτσι δε θα δοκίμαζαν να πληγώσουν εσένα.
– Τι να σου κάνω, αγαπημένε μου; Δεν μπορώ να τους βοηθήσω· σε τίποτα.
[…]

Σ’ όλη τη διάρκεια της φιλίας μας, δε θυμάμαι ποτέ ν’ ανταμώσαμε με συννεφιά. Σικελιανός και άνοιξη, Σικελιανός και καλοκαίρι. Ποτέ Σικελιανός και χειμώνας. Αυτόν τον άνθρωπο τον διεκδικούσαν μόνο τα καλοκαίρια. Ή, πιο σωστά, εκείνος τα κατακύρωνε για τον εαυτό του. Δίκαια. Και γι’ αυτό ζούσε απαραξένευτος, σα να ‘ταν οι εποχές δικές του. Το χειμώνα τον καταργούσε. Κλεινόταν στα μοναστήρια ή έπιανε τις ηλιόλουστες πλαγιές του Παρνασσού και παραχείμαζε εκεί. Στο Χρυσό ή στους Δελφούς. Μακρινοί τόποι για μας που ντυθήκαμε την Αθήνα. Πραγματικά, την Αθήνα τη φορούσαμε. Και γι’ αυτό στο πρώτο ξεμάκρεμα τρέχαμε να ζουφωθούμε στον κόρφο της. Να ποια ήταν η διαφορά. Εμείς κρυβόμασταν μες στην Αθήνα, κείνος κρυβόταν απ’ την Αθήνα.

Μα η άνοιξη δεν αργούσε. Κι ο Φοίβος ερχόταν, σα να τον έφερε κάποιο άρμα πορφυρό! Και εισέβαλε στη ζωή μας, για να μας επιβάλει τη θεϊκή του παρουσία. Πώς γινόταν και χάνανε όλοι μπροστά του το ανάστημά τους; Ψηλός, με την έννοια του ύψους, δεν ήταν τόσο πολύ. Ο Καζαντζάκης, ο Σκίπης, ο Μελαχροινός ήταν ψηλότεροι. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για το απλό συμβατικό ύψος. Ήταν η υποβολή. Η στάση, η χειρονομία, ο λόγος, η κίνηση. Αν όμως τα ‘χαν κι οι άλλοι όλα αυτά, θα ‘πεφταν στον μπαλαφαρισμό. Ενώ ο Σικελιανός θα ψεύτιζε αν τα εγκατέλειπε. Του ήταν ξένο το κοινό μέτρο. Αν το εφάρμοζε, θα γινόταν αφύσικος, θλιβερός. Και τότε θα υποκρινόταν.
[…]

Κάθε φορά που ο Ποιητής γύριζε από κάποιο από τα περιπαθητικά του ταξίδια, ήταν σα να γύριζε από κανέναν «οστρακισμό». Ήταν πλανταγμένος από νοσταλγία. Κατέβαινε τρέχοντας στην αποβάθρα και, αντί να πάρει τον Ηλεκτρικό ν’ ανέβει στην Αθήνα, άρπαζε το πρώτο μαύρο ταξί (μαύρο, αδυναμία ανεξήγητη) κι έλεγε φωναχτά στον σωφέρ: «Δελφοί».

Οι οδηγοί έπεφταν σε αφασία.
— Πατριωτάκι… δοκίμαζαν να ψελλίσουν. Δεν παίρνεις καλύτερα το τρένο;
— Αργεί… ήταν η απάντηση.

Αν είχε αεροπορική γραμμή ως τους Δελφούς, θα ‘παιρνε το πρώτο αεροπλάνο. Κάποτε, λέει, ένας απ’ τους σωφέρ τον ρώτησε σκανδαλισμένος:
— Πατριώτη… μην πρόκειται «περί θάνατο»;
— «Περί δίψα», είπε ο Ποιητής, κάνοντας τον άνθρωπο να γουρλώσει τα μάτια.

Ξεδίψασμα ζητούσε ο άνθρωπος. Και πού; Εκεί, ακριβώς, που διασταυρώνονταν άλλοτε οι ανθρώπινες αγωνίες κι οι καταλυτικές δίψες, που κατατρώγανε τη ζωή. Εκεί που ο άνθρωπος ή υψώνεται ή νικιέται και πέφτει και γίνεται παιχνίδι στα χέρια της Μοίρας.
[…]

Οι Δελφοί. Πάντα οι Δελφοί. Αυτοί ήταν ο βωμός κι ο κρυψώνας του. Τους έκραζε, τους μνημόνευε, σαν παιδί που δε χορταίνει να προφέρει το πιο ακριβό του όνομα.

Αυτή η παρουσία των Δελφών τυλιγόταν σ’ όλους τους λόγους του, όπως οι κισσοί γύρω απ’ τις αρχαίες κολώνες. Και, ακριβώς αυτό το ιερό βάραθρο είναι που τον προφύλαξε απ’ την πτώση του, απ’ όλα τα γλιστρίματα και —προπάντων— απ’ την πεζή και μικρόχαρη καθημερινότητα.

Κάθε φορά που τον σκέπαζαν τα, για όλους εμάς αόρατα, σύννεφα, άρπαζε το σάκο του κι έτρεχε, σαν τον κυνηγημένο, στους Δελφούς. Έφτανε λαχανιάζοντας, σα να φώναζε: «Απόλλωνα! Σώσε με απ’ τη σιγουριά!». Γιατί, αλήθεια, την φοβόταν τόσο πολύ την ασφάλεια; Τι χάος άνοιγε μπροστά του; Αλίμονο… Οι ταπεινοί οσπριοφάγοι της ζωής δε θα μπορούσαν ποτέ να το καταλάβουν. Γίνε όμως Σικελιανός. Κάνε σάρκα την πίστη του. Γέψου κι εσύ απ’ το βυζί που βύζαξε κείνος. Κοιμήσου με το νανούρισμα των Μουσών και θα δεις…

Εύκολο να είσαι άνθρωπος — αφού άνθρωπος γεννήθηκες. Δεν πήρες καμιά άλλη εντολή, εκτός απ’ αυτήν που παίρνουμε όλοι: «Μην προδώσεις — Προδώσου». Αλλά τι είχαμε να προδώσουμε ή να μην προδώσουμε; Μόνο έ ν α. Τον άνθρωπο. Κείνος είχε να προδώσει τόσα πολλά: Το Λόγο· κάποτε τον έλεγε Στίχο. Μα δεν πειράζει, το ίδιο κάνει.

Εκεί, στους Δελφούς είχε το σπίτι του ο Απόλλωνας. Κι εκεί έχτισε κι ο Άγγελος το δικό του. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ακόμη και να το ‘θελε.

Το ‘δα εκείνο το σπίτι. Το γνώρισα σε μέρες έκστασης και νεανικής μέθης. Κι ας ένιωθα από πάνω μου τις Φαιδριάδες να με παραμονεύουν, έτοιμες να με καταπλακώσουν, ενώ πιο πέρα και δίπλα στον «Θησαυρό των Αθηναίων», που χτίστηκε για ν’ απαθανατίσει το Μαραθώνα, ο βράχος της πανάρχαιας Σίβυλλας με κοιτούσε σαν αναπόφευκτη απειλή. Το σπίτι του Σικελιανού όμως ήταν το πρώτο μου προσκύνημα στους Δελφούς. Δεν ήξερα —ούτε και τότε— να γονατίσω. Και προσευχήθηκα όρθιος. Έμεινα ξέσκεπος και μπρος στην Κασταλία, χωρίς να χαράξω τα χείλη μου. Εγώ δεν είπα, δεν θα πω «είπατε τω βασιλεί». Δεν πιστεύω σε βασιλιάδες. Γιατί αν —σήμερα— όλοι οι Ναοί του Κόσμου είναι «χαλάσματα», φταίνε οι «βασιλείς».

Στους Δελφούς δεν πονάς. Ας είναι γύρω σου συντρίμμια. Δεν είναι ερείπια. Είναι λείψανα ιερά. Γι’ αυτό και μένουν ακέραια — ας έδειχναν τσακισμένα. «Αδερφέ μου», μου ‘χε πει μια μέρα, πολύ αργότερα, «με βρίσανε. Ακούς; Μου ‘παν πως πάω να αναβιώσω το Δελφικό Πνεύμα. Ν’ αναστήσω την Ιδέα. Μα τι ν’ α ν α σ τ ή σ ω ; Οι δυστυχισμένοι… Ανασταίνονται ποτές τα ζ ω ν τ α ν ά ; Τι να τους πεις…
[…]

Κείνος ο χειμώνας ήταν βαρύς. Ποτέ η Ελλάδα δεν είχε γνωρίσει βαρύτερο χειμώνα. Κάποτε όμως μπήκε ο Μάης. Κι εγώ γύρισα στην Αθήνα. Αγνώριστος! Μα κι η Αθήνα ήταν αγνώριστη. Έλειπαν τα πτώματα κι οι άνθρωποι που ψυχορραγούσαν. Οι δρόμοι είχαν καθαρίσει. Οι πεινασμένοι είχαν πεθάνει. Όσο για τους ζωντανούς… είχαν οργανώσει μόνοι τους τη σωτηρία τους.

Απ’ την πρώτη κιόλας μέρα πήγα στο σπίτι του. Ήταν γεμάτος άψη. Ανασκουμπωμένος, ανήσυχος.
— Τι τρέχει; τον ρώτησα. Τι ετοιμάζεις;
— Τι ετοιμάζουν οι μπουρλοτιέρηδες; Τι πρέπει να κρατούν στο χέρι τους οι…
Νόμιζα πως θα ‘λεγε «οι Δίες» και του είπα:
— Κεραυνούς!
Με κοίταξε αμήχανος.
— Αδερφέ μου! Είμαστε απόστολοι! Κεραυνός, τώρα για μας, είναι ο Λόγος!
— Και πότε θα βροντήσει;
Με κοίταξε αμήχανα.
— Λένε… στην επέτειο του Βαλαωρίτη. Δεν ξέρω. Έτσι μου είπαν Και ξέρεις πού; Δεν πάει ο νους σου… Στον Ιερό Βράχο. Ναι, στην ποδιά της Ακρόπολης. Στο Θέατρο του Αττικού. Θα το πίστευες;
— Δυστυχώς ναι, του λέω.
Απογοητεύτηκα. Αυτό το πελώριο θέατρο ήταν χάος. Θα του κατάπινε τη φωνή.
[…]

Ας έρθουμε γρήγορα σ’ αυτή τη μέρα… την ιστορική μέρα του μεγαλείου του και της αποκοτιάς του. Είχε υπερπλημμυρίσει το αρχαίο θέατρο. Σκαρφάλωσαν ως και στα βράχια του, γαντζώθηκαν απάνω τους. Ως και στις πέτρες του Ιερού Βράχου. Ελάχιστοι είχαν πάει για ν’ ακούσουν. Τι ν’ ακούσεις μες σ’ εκείνο το χάος; Είχαν πάει να δώσουν το «παρόν».

Κάποτε, τέλος, η ιεροτελεστία άρχισε. Πρώτος βγήκε ο Κατηφόρης. Τι είπε; Δεν ακούσαμε ούτε τον ψίθυρό του. Ύστερα ανέβηκε ο Σικελιανός. Ούτε «Κυρίες και κύριοι», ούτε «αγαπητοί μου φίλοι». Τίποτ’ απ’ αυτά, τα βαρετά και τ’ άχαρα. Ο Ποιητής γέμισε πρώτα τα στήθια του με αέρα, και κατόπι εξακόντισε μια φωνή, που έκανε να τρίξουν και τ’ αρχαία μάρμαρα. Η φωνή ανέβηκε πρώτα ως την Πνύκα, και κατόπι ανακυκλώθηκε προς του Φιλοππάου.

Πάρ’ ένα σβώλο, Mήτρο,
και διώξ’ εκείνα τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο!
O χερουλάτης έφαγε τ’ άχαρα δάχτυλά μου
και στην αλετροπόδα μου ελιώσαν τα ήπατά μου.
Δυό μήνες έρεψα εδεδώ, εσάπισα στη νώπη
μ’ αρρώστια, με γεράματα! Bάσανα, νήστεια, κόποι
γι’ αυτό το έρμο το ψωμί! Kαι τώρα που προβαίνει
σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φαν χορταίνει
τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου
με τόση απίστευτη απονιά οι δυνατοί του κόσμου!…
Eξέχασες και δε μ’ ακούς;… εσένα κράζω, Mήτρο.
Διώξε, σου λέγω, τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο!

Η ουρανοδύναμη φωνή αμέσως σκεπάστηκε απ’ τη βουή του Λαού. Και όταν, σε λίγο, αυτή κόπασε, ξανακούστηκε η φωνή του Εξάγγελου, ανεβαίνοντας σε δυσθεώρητα ύψη. Οι φρουροί του καταχτητή, που φύλαγαν το εφιαλτικό τους πανί με τον αγκυλωτό, μαρμάρωσαν ακίνητοι στα κράσπεδα του Βράχου. Τότε… μόνο τότε κατάλαβαν, ποια χώρα ήρθαν να πατήσουν! Εκεί, μπροστά στα μάτια τους, ζωντάνεψαν οι μύθοι. Οι παλιοί μύθοι, για τ’ απίστευτα αναδραγαθήματα.




Στη Φωτογραφία το σπίτι του Σικελιανού στους Δελφούς

Friday, March 18, 2016

“Οι αρχοντοχωριάτες και ο Γκαβόγιαννος” – Οι απόκριες στους Δελφούς όπως κάποτε....


Την Κυριακή της Αποκριάς οι Δελφοί τίμησαν την αρχαία και νεώτερη λαϊκή τους παράδοση με ένα δρώμενο που περικλείει στοιχεία των διονυσιακών γιορτών, της τοπικής λαογραφίας και επίσης της τοπικής κοινωνικής εξέλιξης..

Το 1890 οι κάτοικοι του Καστριού βίωσαν ένα σοκ με την απομάκρυνσή τους από τις πατρογονικές εστίες ώστε να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η μεγάλη ανασκαφή.

Το σοκ συνεχίστηκε στα αμέσως επόμενα χρόνια όταν η καθημερινότητά τους διαταρασσόταν συνεχώς από το πλήθος επισκεπτών που άρχισε να συρρέει για να θαυμάσει τα αρχαία ευρήματα. Πράγμα που τους υποχρέωσε να στραφούν σε νέες επαγγελματικές ασχολίες και από μια φτωχή κοινωνία αγροτών και κτηνοτρόφων να εξελιχθούν σταδιακά σε μια κοινωνία με έμφαση στην τουριστική επιχειρηματικότητα με όλες τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις που έφερε μαζί της η γρήγορη μετάλλαξη.

Αυτή η μετάλλαξη – μεταμόρφωση σατιρίζεται με το δρώμενο “Οι αρχοντοχωριάτες και ο Γκαβόγιαννος” όπου Γκαβόγιαννος είναι ο αντί-ήρωας ενός δελφιώτικου μύθου που αδικημένος για την εργασία που προσέφερε και έχοντας απορριφθεί από τη νέα που αγάπησε μαγεύει το χωριό καρφώνοντας πασσάλους στις τέσσερις άκρες του με την κατάρα να μην δει ποτέ προκοπή. Εκτός εάν… οι κάτοικοι ανακαλύψουν τους πασσάλους και τους αφαιρέσουν.

Οι συμμετέχοντες του σύγχρονου διονυσιακού θιάσου φορούν από την μέση και κάτω παλιές παραδοσιακές φορεσιές και τσαρούχια που αντιπροσωπεύουν την προέλευση και τις ρίζες τους όπως και την αρχέγονη επαφή τους με την γη που έτρεφε αυτούς και τα ζώα τους. Από τη μέση και πάνω τα ρούχα είναι σύγχρονα για να καταδείξουν το πέρασμα τον ίδιων σε μια νέα πραγματικότητα. Η σχετική ομοιομορφία στις μάσκες συμβολίζει την κοινή ταυτότητα, το κοινό παρόν και μέλλον των κατοίκων.


Αφού ολοκληρώθηκε  η πορεία στους δρόμους της πόλης με μουσική, τραγούδια και κυνηγητό του Γκαβόγιαννου που καρφώνει τους πασσάλους του η πομπή κατέληξε στην κεντρική πλατεία όπου το δρώμενο κορυφώθηκε  με κεράσματα και με χορούς γύρω από την αναμμένη φωτιά.....

Ο ΓΚΑΒΟΓΙΑΝΝΟΣ

Όταν χτιζόταν το χωριό, οι Δελφοί, είχαν έρθει πολλοί μαστόροι για να χτίσουν τα νέα σπίτια, ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ένας καλός τεχνίτης από ένα χωριό της Ηπείρου.
Τον Γιάννη, που ήταν τυφλός από το ένα μάτι του, τον φώναζαν Γκαβόγιαννο κ’ ήταν και μάγος.

Όταν ήταν πανσέληνος, πήγαινε τα μεσάνυχτα στην πλατεία και κουβέντιαζε με το φεγγάρι χειρονομώντας και βγάζοντας ακατάληπτες κραυγές. Όσοι χωρικοί τον είχαν δει τότε, έλεγαν πως το φεγγάρι κατέβαινε χαμηλά -πράγμα παράξενο- και έκαναν το σταυρό τους. Στο χωριό ήξεραν για τα μαγικά που έκανε και τον φοβόντουσαν.

Αυτός έφτιανε με άλλους μαστόρους το σπίτι του Ντεβερέ, όμως λογομάχησε μαζί του άσχημα γιατί δεν τον πλέρωσε όσα έκανε ο κόπος του και έφυγε αφού ούτε ο πρόεδρος ούτε ο παππάς του χωριού μπόρεσαν να τον βοηθήσουν. Αλλά πριν φύγει πήγε στο καφενείο του Τσους που ήταν μαζεμένοι οι άντρες και έπαιζαν πρέφα, στάθηκε στο μέσον και τους είπε “Εγώ φεύγω γιατί δε μου φερθήκατε καλά και με αδικήσατε και με σταναχωρέσατε αλλά εγώ θα σας εκδικηθώ. Κάρφωσα το χωριό σας στις τέσσερεις άκρες με παλούκια και δεν πρόκειται να ιδείτε προκοπή γιατί το χωριό θα είναι παλουκωμένο και καταραμένο και θα σας βρούνε μεγάλα κακά. Αν όμως κατορθώσετε και βρείτε τα παλούκια, τότε θα λυθούν τα μάγια”. Μετά πήρε τον μπόγο του και έφυγε αφήνοντας άφωνους τους χωριάτες.

Οι χωριανοί αλαφιάστηκαν και έλεγαν “Δε θες να είναι αλήθεια αυτός μάγος και μας κάρφωσε και παλούκωσε το χωριό μας να μην ιδεί προκοπή; Πρέπει να βρούμε τα παλούκια, να λυθούν τα μάγια”. Και άρχισαν να ψάχνουν τις άκρες του χωριού.

Τη χρονιά εκείνη -θες από σύμπτωση… θες από το κακό μελέτημα…- οι περισσότερες γίδες μανάρες του χωριού που είχαν μαρκαλιστεί απόρριξαν και έμειναν στέρφες. Τα πιο πολλά νοικοκυριά στερήθηκαν το γάλα για τα παιδιά τους, τα κατσίκια για τον καπαμά τις Απόκριες και για τη σούβλα το Πάσχα. Γιατί συνήθως έκαναν δυο-τρία κατσικάκια, ήταν Μαλτέζες. Και τότε, μεγάλη οργή και κατάρες ξέσπασαν στο χωριό κατά του Γκαβόγιαννου.

Μετά από συμβούλιο στον καφενέ και ψάξιμο, ανακάλυψαν τα δύο από αυτά, ήταν μεγάλα από αγριελιά με τρείς χαλκάδες-δαχτυλίδια γύρω τους, και τα έριξαν στα Ζαλέστια στον κάρκαρο, να τα πάρει το νερό μήπως και λυθούν τα μάγια. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια ό,τι κακό γινόταν στο χωριό, ανομβρία, αρρώστιες, σκοτωμοί, ακρίδες… τα έριχναν στα μάγια του Γκαβόγιαννου.

Μετά από χρόνια όταν άνοιγαν ένα πηγάδι στην άκρη του χωριού, δυτικά, δίπλα στα τελευταία σπίτια, μετά τα πρώτα σκαψίματα βρήκαν ένα μεγάλο παλούκι με τρείς χαλκάδες πάνω του. Το πήγαν στους δημογέροντες και οι γερόντοι είπαν πως είναι το τρίτο παλούκι του Γκαβόγιαννου.

Το τέταρτο παλούκι, παρόλο που ψάξανε ξανά και ξανά όλα εκείνα τα χρόνια δεν βρέθηκε ποτέ. Άραγε έχουν λυθεί τα μάγια με τα τρία που βρέθηκαν ή το χωριό είναι ακόμα καταραμένο ώσπου να βρεθεί το τέταρτο παλούκι; Ποιος το ξέρει!

Αυτά μου τα διηγούταν ο Διαμαντής Κουμπλής (Καμαρωτός) που ήταν φύλακας του Μουσείου και είχε ακούσει πολλές ιστορίες από τους παππούδες του παλιού καιρού.

* Μια άλλη διήγηση λέει πως εκτός από τον τσακωμό με τον Ντεβερέ για οικονομικούς λόγους, τον ίδιο καιρό τον Γκαβόγιαννο τον βρήκε και μια άλλη μεγάλη απογοήτευση από μια όμορφη Δελφιώτισσα, τη Μαριγώ, που όταν της εξομολογήθηκε τον έρωτά του αυτή τον περιγέλασε για το γκαβό του μάτι και τον έδιωξε.

Από τις λαογραφικές διηγήσεις του Γιάννη Ν. Μπακούρου
“Κάτω από τις Φαιδριάδες”,
Εκδοση Δήμου Δελφών, 2004

Δελφοι  13/3/2016



Μια προσπάθεια φωτογραφικής αποτύπωσης του δρώμενου σε σχέση με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες....